Σήμερα τις αποκαλούν (ή καλύτερα
αυτοαποκαλούνται) «καριερίστες» και «εργένισσες», παλιότερα όμως ήταν
μεγάλος βραχνάς να είσαι «γεροντοκόρη».
Ξενίδης: Πόσων ετών;
Κωνσταντάρας: -Πρέπει να βάλουμε ετών ε;
Ξενίδης: -Ε βέβαια!
Κωνσταντάρας: -Συνδυασμός δε χωράει;
Ξενίδης: -Τι συνδυασμός δηλαδή;
Κωνσταντάρας: -Ξέρω γω να βάλουμε δηλαδή, ξέρω γω.. 30 ετών και 750 μηνών;
Κάπως έτσι προσπαθούσε ο δόλιος ο Ρωμιός...που είχε φιλότιμο, να κρύψει τα χρόνια της αδερφής του Χρυσάνθης Καραντάρη (Μίτση Κωνσταντάρα), προκειμένου να την παντρέψει.
Απανταχού «γεροντοκόρες» λοιπόν, ενωθείτε γιατί, με αφορμή κάποια…πρόσφατα γεγονότα (χρόνια πολλά, κα. Ξ. Παπαμήτρου), είπαμε να τιμήσουμε με το παρόν κείμενο-ύμνο, τις ανύπαντρες κορασίδες του ελληνικού σινεμά.
Και θα ξεκινήσουμε με την προαναφερθείσα «κακομοίρα-γεροντοκόρη». Είναι ο τύπος που ενσάρκωσε με μεγάλη επιτυχία η Μίτση Κωνσταντάρα στην ταινία «Ο Ρωμιός έχει φιλότιμο» του Αλέκου Σακελάριου (1968), ριμέικ της θρυλικής «Δεσποινίς ετών …39» των Σακελάριου-Γιαννακόπουλου, του 1954.
Άβουλη και στην ουσία έρμαιο του υπεύθυνου αδερφού, η «κακομοίρα-γεροντοκόρη» περιμένει καρτερικά τον κατά φαντασία γαμπρό που επιτέλους θα την αποκαταστήσει. Και μαζί και μ αυτή, τη φήμη της οικογένειας, και το..μέλλον του πολύπαθου αδερφού της. Μεγάλο όνειδος και προκατάληψη για τις ανύπαντρες που «δεν είχαν στον ήλιο μοίρα», η Μίτση Κωνσταντάρα ανοίγει τον «ασκό του Αιόλου» για τις «απανταχού κορασίδες».
Ένα όνομα –εγγύηση στην κατηγορία…γεροντοκόρη, ήταν αναμφίβολα η Ταϋγέτη, η «γεροντοκόρη –θεία» δηλαδή. Μεγάλος μπελάς. Ως θεία του Θανάση Βέγγου στον «Παπατρέχα» του 1966, είχε μείνει «στο ράφι» και έβλεπε τις ανιψιές της να αποκαθίστανται η μία μετά την άλλη. Τι κι αν απειλούσε να «πάρει παραθείο» ο …Πολύδωρος, όταν, τον άφηνε σε ησυχία η ετέρα γεροντοκόρη της πολυκατοικίας, και σαγηνευτική παρουσία, Κυρία Κουφοπούλου, επέμενε «Έλα θεία. Ασ 'το παραθείο. Θα σου βρω και σένα θείο». Και φυσικά στην συγκεκριμένη ταινία οι …γεροντοκόρες ήταν αρκετές, τουλάχιστον στην αρχή, με τις ατάκες περί «ραφιού» να ακολουθούν η μία την άλλη. Χαρακτηριστική η αγανάκτηση που βγάζει ο Βέγγος, όταν η πρώτη …διδάξασα Σούλη Σαμπάχ, ως μεγαλύτερη γεροντοκόρη-αδερφή, ανακοινώνει ότι έχει φτιάξει ντολμαδάκια μούρλια, και εκείνος της απαντά «Τα ντολμαδάκια ξέρεις να τα τυλάς. Κανένα γαμπρό να δούμε πώς θα τυλίξεις». Και ο πόνος συνεχίζεται…με αίσιο βέβαια τέλος.
Βέβαια η Ρένα Βλαχοπούλου είναι master στον τομέα «ενεργή γεροντοκόρη» καθώς ποτέ δεν περίμενε τον γαμπρό…στο πιάτο. Αντίθετα τους κυνηγούσε και ας επέμενε ο αδερφός της, Ντίνος Ηλιόπουλος να της κουβαλάει κάθε λογής γνωστό και άγνωστο επίδοξο γαμπρό. Βλέπετε βιαζόταν να παντρέψει τις αδερφές του στην κωμωδία του Δαλιανίδη «Μερικοί το προτιμούν κρύο» (1962) και δεν μπορούσε να περιμένει για να πάρει και εκείνος σειρά. Επειδή όλα όμως πάνε αλυσίδα στη ζωή, η Ρένα Βλαχοπούλου είχε τη λύση «Γάτες μπόλικες υπάρχουν, θα πάρω τη γατούλα μου όπως κάνουν όλες οι γεροντοκόρες και θα ζήσω το υπόλοιπο της ζωής μου μαζί της» και όταν ο πατέρας της κύριος Αγγέλου, επέμενε πεισματικά ότι όσο ζει αυτός, δεν θα παντρευτεί κανείς πριν από εκείνη, ο κακομοίρης ο αδερφός, απελπισμένος απαντούσε «Τι σε νοιάζει εσένα ρε πατέρα; Εσύ θα ζήσεις με τις γάτες; Αυτή θα ζήσει. Ε, άσε να παντρευτούμε πρώτα εμείς και δεν θα την αφήσουμε έτσι τη Ρένα. Όλο και θα της βρούμε ένα καλό... γατί».
Ο κορυφαίος τίτλος στην κατάταξη της ανύπαντρης γεροντοκόρης βέβαια ανήκει δικαιωματικά στην «Ωραία των Αθηνών» Γεωργία Βασιλειάδου. Θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε «γεροντοκόρη- κόλαφο», «γεροντοκόρη- famme fatale» και όχι άδικα αφού όπως η ίδια ισχυριζόταν ως Αριστέα «Κοντά μου, οι νεαροί θα έχουν όλα τα ροκφόρ». Και θα τα είχαν…αναμφίβολα αν αυτή με τη σειρά της συμβουλευόταν έναν καθρέφτη …που και που.


